prem-

(Ανακατεύθυνση από prem)

Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

prem- < λατινική και ιταλική premere

  ΡίζαΕπεξεργασία

prem- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: πίεση

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία