Άνοιγμα κυρίου μενού

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˌpɔxɔˈʣ̑ɛ̃ɲɛ/

  Ετυμολογία Επεξεργασία

pochodzenie (pl) < pochodzić (pl)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pochodzenie (pl)

  1. η καταγωγή