Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

plictisitor (ro)

  1. βαρετός, πληκτικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

plictisitor (ro)

  1. βαρετά, πληκτικά