Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

piętro < πρωτοσλαβική *p(r)ętro

  ΠροφοράΕπεξεργασία

piętro 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

piętro (pl) ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία