Διαγλωσσικοί όροιΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

per os < λατινικά → δείτε τις λέξεις per και os

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

per os

  • (ιατρική) χορήγηση (φαρμάκου) από το στόμα