Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

pełnia < pełny

  ΠροφοράΕπεξεργασία

pełnia 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pełnia (pl) θηλυκό

  1. (αστρονομία), (λαϊκότροπο) πανσέληνος
    Αντώνυμα
  2. απόγειο (με τη μεταφορική έννοια)