Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

panthéon < λατινική Pantheon

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɑ̃.te.ɔ̃/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

panthéon (fr) αρσενικό

  1. το πάνθεον