Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
ornithologue ornithologues

ornithologue (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ορνιθολόγος


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία