Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

noon (en)

  1. το μεσημέρι, 12.00 μ.μ., ή, κατ' επέκταση, λίγη ώρα πριν και μετά από τις 12.00
    the fog usually burns off around noon and then it's nice in the afternoon

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία