Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

niemowlę < nie (δεν) + mówić (μιλώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɲɛ̃ˈmɔvlɛ/
niemowlę 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

niemowlę (pl) ουδέτερο

  • μωρό (πολύ νεαρό παιδί που δεν ξέρει ακόμα να μιλά)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία