Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

nana < Anna

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nana (fr) θηλυκό

  1. (οικείο) κορίτσι, φιλενάδα, γκόμενα
     συνώνυμα: gonzesse, nénette, pépée, souris
  2. (οικείο) κορίτσι, νεαρή γυναίκα
    les nanas et les mecs - τα κορίτσια και τα αγόρια