Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

mutate (en)

  1. (μεταβατικό) δημιουργώ μετάλλαξη
  2. (αμετάβατο) υφίσταμαι μετάλλαξη, μεταλλάσσομαι