Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

lekarka < leczyć

  ΠροφοράΕπεξεργασία

lekarka 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

lekarka (pl) θηλυκό

  1. γιατρός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη:  leczyć