πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) lekarz lekarze
γενική (dopełniacz) lekarza lekarzy
δοτική (celownik) lekarzowi lekarzom
αιτιατική (biernik) lekarza lekarzy
οργανική (narzędnik) lekarzem lekarzami
τοπική (miejscownik) lekarzu lekarzach
κλητική (wołacz) lekarzu lekarze

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈlɛ.kaʃ/
 

  Ετυμολογία

επεξεργασία

lekarz (pl) < leczyć (pl)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

lekarz (pl) αρσενικό

Συγγενικά

επεξεργασία

→ δείτε τη λέξη  leczyć (pl)