Πολωνικά (pl) Edit

  ΠροφοράEdit

ΔΦΑ : /ˈkɔʒɛ̃ɲ/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόEdit

korzeń (pl) αρσενικό

  1. η ρίζα με τις έννοιες:
    • (βοτανική) τμήμα φυτών
    • (ανατομία) τμήμα οργάνου
    • (μεταφορικά) η προέλευση
      Εκφράσεις
      powrót do korzeni/wracać do korzeni - επιστροφή στις ρίζες/επιστρέφω στις ρίζες

Συγγενικές λέξειςEdit