Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

keczup < αγγλική ketchup

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɛʧ̑up/
keczup 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

keczup (pl) αρσενικό