Ετυμολογία

επεξεργασία
jetée < jeter

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ʒə.te/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
jetée jetées

jetée (fr) θηλυκό

  Κλιτικός τύπος μετοχής

επεξεργασία

jetée (fr)