Άνοιγμα κυρίου μενού

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

jajko < υποκοριστικό του jajo

  ΠροφοράΕπεξεργασία

jajko 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

jajko (pl) ουδέτερο

  1. το αβγό
  2. (πληροφορική) (αργκό) ο πυρήνας
    συνώνυμα: jądro

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία