Ιταλικά (it) Επεξεργασία

 
υδρόμελο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

idromele < αρχαία ελληνική ὕδωρ + μέλι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

idromele (it)