Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

homosexualité < homo- + sexualité

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

homosexualité (fr) θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία