Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

fiński < Fin < σουηδική finne

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ήχος 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

fiński (pl)

  1. φινλανδικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

fiński (pl)

  1. τα φινλανδικά, η φινλανδική γλώσσα