Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

farine 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

farine (fr) θηλυκό

  1. το αλεύρι
  2. σκόνη που παράγεται από τη συντριβή διάφορων πρώτων υλών

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία