Γερμανικά (de)Επεξεργασία

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

falsch einschätzen (de) (παρατατικός: falsch einschätzte, μετοχή παρακειμένου: falsch eingeschätzt)

Du hast seine Fähigkeiten falsch eingeschätzt! - Παραγνώρισες τις ικανότητές του!

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία