Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

dole (en)

  1. επίδομα ανεργίας
  2. ψυχικός πόνος, ψυχική οδύνη
  3. (μεταφορικά) μοίρασμα της τύχης, μοίρα
  4. οικονομική ενίσχυση, παρεχόμενο γεύμα ή παροχή αγαθών σε απόρους