Ετυμολογία

επεξεργασία
dobrú noc < dobrú (αιτιατική ενικού του θηλυκού του καλός) + noc (νύχτα), αιτιατική διότι εννοείται μια φράση σαν ti prajem dobrú noc (σου εύχομαι καλή νύχτα) πβ. καλὴν νύκτα

  Έκφραση

επεξεργασία

dobrú noc (sk)