Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

denture (en)

  1. η οδοντοστοιχία
  2. ένα τεχνητό δόντι
  3. η τεχνητή οδοντοστοιχία, η μασέλα
     συνώνυμα: false teeth