Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

defiance (en)

  • αψήφιση, η ενέργεια του αψηφώ, άρνηση να υπακούσω, περιφρόνηση
    αψηφισιά προς εξουσία, τον εχθρό, στις κακουχίες
    • αντίσταση σε αρνητική-κακόβουλη-αντίθετη δύναμη και το απαιτούμενο σθένος-κουράγιο που επιστρατεύεται για τον σκοπό αυτό