Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

defect (en)

  • ελάττωμα
    free of defects - απαλλαγμένος από ελαττώματα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

(πληροφορική)

  ΡήμαΕπεξεργασία

defect (en)