Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

décompacter < dé- + compacter

  ΡήμαΕπεξεργασία

décompacter (fr)

  1. ελαττώνω την πυκνότητα
  2. (πληροφορική) αποσυμπιέζω