Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʦ̑ut/
cud 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cud (pl) αρσενικό

  1. (θρησκεία), (κοινά) το θαύμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία