Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

courtly (en)

  1. που αναφέρεται ή σχετίζεται με τη βασιλική αυλή
    the courtly intrigues: οι δολοπλοκίες της αυλής
  2. που ταιριάζει σε ευγενείς, σε ανθρώπους της αυλής, ευγενικός, ιπποτικός
    courtly love was praised in the troubadours' songs