Άνοιγμα κυρίου μενού
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.


Αγγλικά (en) Επεξεργασία


  ΠροφοράΕπεξεργασία

/ˈkuːli/

  Ετυμολογία enΕπεξεργασία

μέσος 17ος αιώνας: coolie < χίντι και Telugu (τέλεγκου ή τέλουγκου) kūlī «ημερήσιος εργάτης, ανειδίκευτος εργάτης πληρωμένος με την μέρα», σχετίζεται πιθανώς με το Urdu ḳulī «σκλάβος, δούλος»

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

(μειωτικά)

  1. ασιάτης ανειδίκευτος εργάτης
    • άνθρωπος για χαμαλοδουλειά
  2. κωλοασιάτης, σκατοασιάτης, (σπάνιο) ασιάτης
  3. δούλος, σκλάβος