Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

chlebak < chleb

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈxlɛbak/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

chlebak (pl) αρσενικό

  1. η ψωμιέρα
  2. ο τορβάς, το ταγάρι