Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

chit-chat (en)

  1. διάλογος για ασήμαντα θέματα
  2. μικροπρεπής διάλογος
  3. (μεταφορικά), (πληροφορική) περιττός ή φλύαρος κώδικας λόγω κακής χρήσης της προγραμματιστικής γλώσσας ή λόγω αδυναμιών της γλώσσας

  ΡήμαΕπεξεργασία

chit-chat (en)