Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
chambardement chambardements

chambardement (fr) αρσενικό

  1. αναστάτωση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία