Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

centum < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱm̥tóm

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

centum άκλιτο

  1. εκατό
  2. πάρα πολλά