Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bother (en)

  1. η ενόχληση

  ΡήμαΕπεξεργασία

bother (en)

  1. ενοχλώ
  2. μπαίνω στον κόπο