Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

boş (tr)

  1. άδειος, κενός
  2. άδειος, ελεύθερος, μη κατειλημμένος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία