Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

binbaşı < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική ? (binbaşı)[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε bin (χίλιοι) + baş (κεφάλι) + [2]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

binbaşı (tr)

  1. (παρωχημένο) χιλίαρχος
  2. (στρατιωτικός όρος) ταγματάρχης

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • binbaşı στην τουρκική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. σελ. 424Redhouse, James W. (1890) A Turkish and English Lexicon. (Τουρκικό [οθωμανικό] και αγγλικό λεξικό) Κωνσταντινούπολη: A. H. Boyajian. (ανατύπωση).
  2. binbaşı - μονόγλωσσο τουρκικό Ετυμολογικό Λεξικό «Türkçe Etimolojik Sözlük» (2002) του Sevan Nişanyan