Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

benzyna < γαλλική benzine

  ΠροφοράΕπεξεργασία

benzyna 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

benzyna (pl) θηλυκό