Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

bézef < (άμεσο δάνειο) αραβική bezef بزاف (μπιζάφ, πολύ)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

bézef (fr), bésef ή bezef