Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

arme 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
arme armes

arme (fr) θηλυκό

  1. το όπλο
  2. (εραλδική) (στον πληθυντικό) σημεία σχετικά με τα οικόσημα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία