Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

architectonie < αρχιτεκτονία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

architectonie (fr) θηλυκό (πληθυντικός: architectonies)

  1. η αρχιτεκτονική οργάνωση ενός χώρου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία