Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

amulet (en)



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ãˈmulɛt/
amulet 

  Ετυμολογία Επεξεργασία

amulet (pl) < λατινική amuletum

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

amulet (pl) αρσενικό



Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

amulet (cs) αρσενικό