Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

allotment (en)

  1. το να μοιράζεις κάτι με κλήρωση
  2. κλήρος, το μερίδιο στη ζωή που μου δόθηκε από το θεό
  3. κλήρος, κληροτεμάχιο καλλιεργήσιμης γης