Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

alchémille < μεσαιωνική λατινική alchemilla

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
alchémille alchémilles

alchémille (fr) θηλυκό

  1. (βοτανική) είδος φυτού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία