Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

abbandono < abbandonare

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

abbandono (it) αρσενικό

  1. εγκατάλειψη
  2. δυσπιστία
  3. παράτημα
  4. αποθάρρυνση