Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /jʋˈnɑn/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Yunan (en)

  1. (εθνικά ονόματα) ο Έλληνας, η Ελληνίδα
     συνώνυμα: Yunanlı
  2. ελληνικός (Δεν είναι επίθετο στην τουρκική γλώσσα.)
    Yunan müziği - η ελληνική μουσική

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία