Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Wichtigkeit < wichtig + -keit

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Wichtigkeit (de) θηλυκό

  1. σημαντικότητα, σπουδαιότητα