Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Tatsache 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Tatsache (de) θηλυκό (πληθυντικός: die Tatsachen)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία